Στην οικονομία ενός κράτους, πολύ σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο το δημόσιο διαχειρίζεται τα έσοδα και τα έξοδά του. Δύο βασικές έννοιες που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν αυτή τη διαχείριση είναι το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο πλεόνασμα.
Δημόσιο έλλειμμα
Το δημόσιο έλλειμμα υπάρχει όταν τα συνολικά έξοδα του κράτους είναι μεγαλύτερα από τα συνολικά έσοδά του σε ένα έτος. Στα έξοδα περιλαμβάνονται μισθοί, συντάξεις, δαπάνες για υγεία, παιδεία, άμυνα αλλά και οι τόκοι για το δημόσιο χρέος. Όταν υπάρχει έλλειμμα, το κράτος συνήθως δανείζεται χρήματα, γεγονός που αυξάνει το δημόσιο χρέος.
Δημόσιο πλεόνασμα
Το δημόσιο πλεόνασμα εμφανίζεται όταν τα έσοδα του κράτους είναι περισσότερα από τα έξοδά του. Αυτό επιτρέπει στο κράτος να πληρώσει χρέη, να μειώσει φόρους ή να επενδύσει σε κοινωνικές και αναπτυξιακές δράσεις.
Πρωτογενές έλλειμμα και πρωτογενές πλεόνασμα
Το πρωτογενές έλλειμμα αφορά τη διαφορά εσόδων και εξόδων χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι του δημόσιου χρέους. Αν τα έξοδα (εκτός τόκων) είναι περισσότερα από τα έσοδα, τότε το κράτος έχει πρωτογενές έλλειμμα. Αυτό δείχνει ότι το κράτος, ακόμα και χωρίς το βάρος του χρέους, ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει. Αντίθετα, το πρωτογενές πλεόνασμα υπάρχει όταν τα έσοδα του κράτους είναι περισσότερα από τα έξοδά του, χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι. Είναι ένας σημαντικός δείκτης, γιατί δείχνει ότι το κράτος μπορεί να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες με τα δικά του έσοδα. Ακόμα κι αν υπάρχει συνολικό έλλειμμα λόγω τόκων, ένα πρωτογενές πλεόνασμα θεωρείται ένδειξη καλύτερης δημοσιονομικής διαχείρισης.
Δημόσιο χρέος
Το δημόσιο χρέος είναι το σύνολο των χρημάτων που οφείλει ένα κράτος σε δανειστές, επειδή στο παρελθόν δανείστηκε για να καλύψει τις ανάγκες του. Δημιουργείται κυρίως όταν το κράτος έχει ελλείμματα, δηλαδή όταν τα έξοδά του είναι μεγαλύτερα από τα έσοδά του. Ο δανεισμός από πλευράς κράτους δημιουργείται κυρίως από την έκδοση και διάθεση ομολόγων δημοσίου.
Το δημόσιο χρέος αποτελεί έμμεσα χρέος των φορολογούμενων, αφού τα κρατικά έσοδα προέρχονται κυρίως από αυτούς, ενώ κάτοχοί του είναι ιδιώτες, τράπεζες, κράτη και επενδυτές. Διακρίνεται σε εσωτερικό και εξωτερικό, ανάλογα με το αν οι πιστωτές βρίσκονται εντός ή εκτός της χώρας, με τη διάκριση αυτή να είναι σημαντική ιδιαίτερα όταν το εξωτερικό χρέος αφορά ξένο νόμισμα. Το εσωτερικό χρέος διαφοροποιείται ανάλογα με την πηγή και τη μορφή δανεισμού, όπως ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια. Σημαντική είναι και η διάκριση μεταξύ καταναλωτικού και παραγωγικού δημόσιου χρέους, με το πρώτο θεωρείται ζημιογόνο, καθώς δεν ενισχύει την παραγωγή, ενώ το δεύτερο συμβάλλει στην ανάπτυξη της οικονομίας και μπορεί να θεωρηθεί αυτοεξυπηρετούμενο, αφού αυξάνει το εθνικό εισόδημα και διευκολύνει την αποπληρωμή του.


Σχολιάστε